Ο ιός της ηπατίτιδας C (HCV) είναι ένας RNA ιός που προσβάλλει κυρίως το ήπαρ, προκαλώντας φλεγμονή και βλάβη των ηπατικών κυττάρων. Ανήκει στην οικογένεια των Flaviviridae και διακρίνεται σε έξι κύριους γονότυπους με διαφορετικές γεωγραφικές κατανομές. Ο ιός χαρακτηρίζεται από υψηλή μεταλλακτικότητα, γεγονός που καθιστά δύσκολη την ανάπτυξη αποτελεσματικού εμβολίου. Η λοίμωξη μπορεί να εξελιχθεί σε χρόνια μορφή στο 75-85% των κρουσμάτων.
Η κύρια οδός μετάδοσης του HCV είναι η επαφή με μολυσμένο αίμα. Οι συχνότεροι τρόποι μετάδοσης περιλαμβάνουν:
Στην Ελλάδα, εκτιμάται ότι περίπου 1-2% του πληθυσμού είναι μολυσμένο με HCV, αντιστοιχώντας σε 100.000-200.000 άτομα. Η επικράτηση είναι υψηλότερη σε συγκεκριμένες ομάδες κινδύνου, όπως οι χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών (70-90%) και οι αιμοδιαλυόμενοι ασθενείς. Ο γονότυπος 1 είναι ο συχνότερος στη χώρα μας, ακολουθούμενος από τους γονότυπους 3 και 4.
Σε αντίθεση με την ηπατίτιδα A που μεταδίδεται εντερικά και θεραπεύεται αυτόματα, και την ηπατίτιδα B που μπορεί να προληφθεί με εμβολιασμό, η ηπατίτιδα C δεν διαθέτει εμβόλιο προφύλαξης. Ωστόσο, σε αντίθεση με την ηπατίτιδα B, η HCV μπορεί να θεραπευτεί πλήρως με τα σύγχρονα αντιιικά φάρμακα άμεσης δράσης (DAAs), επιτυγχάνοντας ιάσιμοτητα άνω του 95%.
Η οξεία φάση της λοίμωξης HCV συχνά παραμένει ασυμπτωματική ή παρουσιάζει ήπια συμπτώματα που μπορεί να περάσουν απαρατήρητα. Όταν εμφανίζονται συμπτώματα, αυτά περιλαμβάνουν κόπωση, ναυτία, απώλεια όρεξης, ήπιο πυρετό και δυσφορία στο άνω δεξιό τεταρτημόριο της κοιλιάς. Σπάνια παρατηρείται ίκτερος (κιτρίνισμα δέρματος και οφθαλμών). Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως 2-12 εβδομάδες μετά τη μόλυνση και μπορεί να διαρκέσουν λίγες εβδομάδες.
Η χρόνια ηπατίτιδα C εξελίσσεται σταδιακά και μπορεί να παραμείνει ασυμπτωματική για δεκαετίες. Καθώς προοδεύει, εμφανίζονται συμπτώματα όπως χρόνια κόπωση, μυαλγίες, δερματικές εκδηλώσεις και διαταραχές συγκέντρωσης. Οι σοβαρές επιπλοκές περιλαμβάνουν:
Η διάγνωση της ηπατίτιδας C βασίζεται σε αιματολογικές εξετάσεις. Αρχικά διενεργείται έλεγχος για αντισώματα anti-HCV (EIA/ELISA), που δείχνει προηγούμενη ή τρέχουσα έκθεση στον ιό. Για επιβεβαίωση ενεργού λοίμωξης απαιτείται ανίχνευση του ιικού RNA με PCR. Επιπλέον εξετάσεις περιλαμβάνουν προσδιορισμό γονότυπου, ηπατικές ένζυμα (ALT, AST), και αξιολόγηση ηπατικής ίνωσης με Fibroscan ή ηπατική βιοψία.
Τα άμεσης δράσης αντιιικά φάρμακα (DAA) αποτελούν την κορυφαία θεραπευτική επιλογή για την ηπατίτιδα C στην Ελλάδα. Αυτά τα φάρμακα στοχεύουν συγκεκριμένες πρωτεΐνες του ιού, επιτυγχάνοντας ποσοστά ίασης άνω του 95%. Τα DAA έχουν επαναστατήσει τη θεραπεία της ηπατίτιδας C, προσφέροντας σύντομες θεραπευτικές περιόδους με ελάχιστες παρενέργειες. Στην ελληνική αγορά διατίθενται πολλαπλοί συνδυασμοί που καλύπτουν όλους τους γονοτύπους του ιού, επιτρέποντας εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση για κάθε ασθενή.
Το Sofosbuvir αποτελεί τη βάση πολλών θεραπευτικών σχημάτων για την ηπατίτιδα C. Διατίθεται σε συνδυασμό με Velpatasvir (Epclusa) ή Ledipasvir (Harvoni), προσφέροντας πανγονοτυπική δραστικότητα. Αυτοί οι συνδυασμοί είναι εγκεκριμένοι από τον ΕΟΦ και καλύπτονται από τον ΕΟΠΥΥ υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η θεραπεία διαρκεί συνήθως 8-12 εβδομάδες, ανάλογα με τον γονότυπο και την κατάσταση του ήπατος. Τα ποσοστά επιτυχίας υπερβαίνουν το 95% σε όλους τους γονοτύπους.
Το Maviret είναι ένας πανγονοτυπικός συνδυασμός που περιέχει Glecaprevir και Pibrentasvir. Αποτελεί εξαιρετική επιλογή για ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, καθώς δεν απαιτεί προσαρμογή δόσης. Η θεραπεία διαρκεί 8-16 εβδομάδες, ανάλογα με την προηγούμενη θεραπευτική εμπειρία και την παρουσία κίρρωσης. Διατίθεται στην ελληνική αγορά και καλύπτεται από ασφαλιστικούς φορείς.
Στην Ελλάδα διατίθενται επιπλέον θεραπευτικές επιλογές για την ηπατίτιδα C, συμπεριλαμβανομένων συνδυασμών όπως το Ombitasvir/Paritaprevir/Ritonavir με Dasabuvir για συγκεκριμένους γονοτύπους. Επίσης, διατίθενται μονοθεραπείες για ειδικές περιπτώσεις. Όλα τα φάρμακα υπόκεινται σε αυστηρή εποπτεία από τον ΕΟΦ και διανέμονται μέσω εξειδικευμένων φαρμακείων νοσοκομείων. Η επιλογή του κατάλληλου σκευάσματος γίνεται από ειδικούς ηπατολόγους, λαμβάνοντας υπόψη τον γονότυπο, την ιική φόρτιση και την κατάσταση του ήπατος.
Η διάρκεια θεραπείας της ηπατίτιδας C εξαρτάται από πολλαπλούς παράγοντες. Για τους γονοτύπους 1, 2, 3, 4, 5 και 6, τα πανγονοτυπικά σχήματα προσφέρουν θεραπεία 8-12 εβδομάδων. Ασθενείς χωρίς κίρρωση συνήθως λαμβάνουν 8-εβδομάδη θεραπεία, ενώ εκείνοι με κίρρωση ή προηγούμενη αποτυχία θεραπείας μπορεί να χρειάζονται 12-16 εβδομάδες. Ο γονότυπος 3 με κίρρωση απαιτεί συχνά παρατεταμένη θεραπεία. Η απόφαση λαμβάνεται ατομικά από τον θεράποντα ιατρό βάσει κλινικών και εργαστηριακών παραμέτρων.
Οι σύγχρονες θεραπείες για την ηπατίτιδα C βασίζονται σε συνδυασμούς DAA φαρμάκων με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης. Οι κυριότεροι συνδυασμοί περιλαμβάνουν:
Η παρακολούθηση των ασθενών κατά τη διάρκεια της θεραπείας περιλαμβάνει τακτικούς εργαστηριακούς ελέγχους κάθε 4 εβδομάδες. Παρακολουθούνται η ιική φόρτιση, οι ηπατικές ένζυμα, η αιμοσφαιρίνη και η νεφρική λειτουργία. Η ιική φόρτιση ελέγχεται στις 4, 12 εβδομάδες θεραπείας και 12 εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση (SVR12). Σημαντική είναι η παρακολούθηση αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα που λαμβάνει ο ασθενής.
Τα σύγχρονα φάρμακα κατά του HCV είναι γενικά καλά ανεκτά, αλλά μπορεί να προκαλέσουν ορισμένες παρενέργειες. Οι πιο συχνές περιλαμβάνουν κόπωση, κεφαλαλγία, ναυτία και διάρροια. Μερικοί ασθενείς αναφέρουν αϋπνία, ευερεθιστότητα ή ελαφρά δυσπεψία. Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να παρατηρηθεί μείωση των λευκών αιμοσφαιρίων ή αναιμία. Οι περισσότερες παρενέργειες είναι ήπιες και υποχωρούν μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Είναι σημαντικό να ενημερώνετε άμεσα τον γιατρό σας για οποιαδήποτε ανεπιθύμητη ενέργεια.
Τα φάρμακα για τον HCV μπορεί να αλληλεπιδράσουν με διάφορες φαρμακευτικές ουσίες. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται με αντιπηκτικά φάρμακα, αντιεπιληπτικά, καρδιακά φάρμακα και ορισμένα αντιβιοτικά. Τα φυτικά προπαρασκευάσματα όπως το υπερικό μπορεί να μειώσουν την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Πάντα ενημερώνετε τον φαρμακοποιό και τον γιατρό σας για όλα τα φάρμακα, συμπληρώματα διατροφής και βότανα που λαμβάνετε πριν ξεκινήσετε τη θεραπεία για τον HCV.
Ειδική προσοχή απαιτείται σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, όπου μπορεί να χρειάζεται προσαρμογή της δοσολογίας. Οι εγκυμονούσες και θηλάζουσες γυναίκες χρειάζονται ειδική αξιολόγηση. Ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν αυξημένη ευαισθησία στις παρενέργειες. Ασθενείς με συννοσηρότητες όπως καρδιακές παθήσεις ή διαβήτης χρειάζονται στενότερη παρακολούθηση. Πάντα συζητείτε την ιατρικό σας ιστορικό με τον θεράποντα ιατρό πριν την έναρξη της θεραπείας.
Η πρόληψη της μετάδοσης του HCV περιλαμβάνει αποφυγή κοινής χρήσης αντικειμένων που μπορεί να περιέχουν αίμα όπως ξυραφάκια, οδοντόβουρτσες ή βελόνες. Ασφαλείς σεξουαλικές πρακτικές και χρήση προφυλακτικών συνιστώνται. Αποφύγετε το τατουάζ και piercing σε μη αδειοδοτημένα καταστήματα. Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να τηρούν αυστηρά μέτρα ασφαλείας. Η ενημέρωση των στενών επαφών και η τακτική εξέταση αίματος είναι σημαντικές.
Μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας απαιτείται τακτική παρακολούθηση για επιβεβαίωση της ίασης. Εξετάσεις αίματος για τον έλεγχο του ιικού φορτίου πραγματοποιούνται 12 και 24 εβδομάδες μετά τη λήξη της θεραπείας. Η επίτευξη μη ανιχνεύσιμου ιικού φορτίου (SVR) σημαίνει επιτυχή θεραπεία. Απαιτείται επίσης παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας και ετήσιες εξετάσεις για έλεγχο πιθανής επανα-μόλυνσης, ειδικά σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Η συνεχής ιατρική παρακολούθηση είναι ζωτικής σημασίας.
Η φαρμακευτική φροντίδα περιλαμβάνει:
Ο φαρμακοποιός αποτελεί πολύτιμο σύμμαχο στη διαχείριση της θεραπείας και την επίτευξη των καλύτερων δυνατών αποτελεσμάτων.