Η κατάθλιψη αποτελεί μία από τις πιο συχνές ψυχικές διαταραχές, που χαρακτηρίζεται από παρατεταμένη θλίψη, απώλεια ενδιαφέροντος και ευχαρίστησης από δραστηριότητες που παλαιότερα προκαλούσαν ικανοποίηση. Οι διαταραχές διάθεσης επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινή λειτουργικότητα, προκαλώντας προβλήματα στην εργασία, τις σχέσεις και την κοινωνική ζωή. Σε αντίθεση με την παροδική μελαγχολία που βιώνουμε όλοι, η κλινική κατάθλιψη είναι μία σοβαρή ιατρική κατάσταση που απαιτεί επαγγελματική αντιμετώπιση και συχνά φαρμακευτική θεραπεία.
Στην Ελλάδα διατίθενται διάφορες κατηγορίες αντικαταθλιπτικών φαρμάκων με συνταγή ιατρού. Τα πιο σύγχρονα και ευρέως χρησιμοποιούμενα είναι:
Η θεραπεία με αντικαταθλιπτικά απαιτεί υπομονή και συνεπή λήψη, καθώς τα αποτελέσματα εμφανίζονται συνήθως μετά από 2-4 εβδομάδες. Η δοσολογία προσαρμόζεται ατομικά από τον ιατρό, ενώ η διακοπή πρέπει να γίνεται σταδιακά. Οι πιθανές παρενέργειες περιλαμβάνουν ναυτία, ζάλη και αλλαγές στον ύπνο. Η τακτική ιατρική παρακολούθηση είναι απαραίτητη για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και την προσαρμογή της θεραπείας.
Οι διαταραχές άγχους περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων που χαρακτηρίζονται από υπερβολικό φόβο και ανησυχία. Η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή προκαλεί συνεχή ανησυχία για καθημερινά θέματα, ενώ η διαταραχή πανικού εκδηλώνεται με έντονες κρίσεις που συνοδεύονται από σωματικά συμπτώματα όπως ταχυκαρδία και δυσκολία στην αναπνοή. Το κοινωνικό άγχος και οι ειδικές φοβίες περιορίζουν σημαντικά την κοινωνική και επαγγελματική λειτουργικότητα των ατόμων.
Για την αντιμετώπιση των διαταραχών άγχους διατίθενται στην Ελλάδα αποτελεσματικά φάρμακα:
Η επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου εξαρτάται από τον τύπο της διαταραχής, τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων και το ιστορικό του ασθενή, πάντα υπό ιατρική επίβλεψη.
Η ψύχωση αποτελεί μια σοβαρή ψυχική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την απώλεια επαφής με την πραγματικότητα. Τα άτομα που πάσχουν από ψυχωτικές διαταραχές βιώνουν παραισθήσεις, παραληρήματα και διαταραχές στη σκέψη. Η σχιζοφρένεια, η πιο γνωστή ψυχωτική διαταραχή, παρουσιάζει θετικά συμπτώματα όπως ακουστικές παραισθήσεις και παραληρητικές ιδέες, καθώς και αρνητικά συμπτώματα που περιλαμβάνουν κοινωνική απόσυρση και μειωμένη συναισθηματική έκφραση. Η διαταραχή επηρεάζει σημαντικά τη λειτουργικότητα του ατόμου στην εργασία, τις κοινωνικές σχέσεις και την καθημερινή αυτοεξυπηρέτηση.
Η φαρμακευτική αντιμετώπιση της ψύχωσης βασίζεται στα αντιψυχωσικά φάρμακα, τα οποία διακρίνονται σε δύο κατηγορίες:
Η θεραπευτική προσέγγιση στοχεύει στον έλεγχο των συμπτωμάτων, τη βελτίωση της λειτουργικότητας και την πρόληψη υποτροπών. Η διαχείριση των παρενεργειών, όπως οι εξωπυραμιδικές διαταραχές και η μεταβολική δυσλειτουργία, αποτελεί βασικό στοιχείο της επιτυχούς θεραπείας. Η συμμόρφωση με τη φαρμακευτική αγωγή είναι καθοριστική για τη μακροπρόθεσμη πρόγνωση.
Η διπολική διαταραχή χαρακτηρίζεται από εναλλαγές μεταξύ μανιακών και καταθλιπτικών επεισοδίων. Τα μανιακά επεισόδια περιλαμβάνουν υπερδιέγερση, μειωμένη ανάγκη για ύπνο και παρορμητική συμπεριφορά, ενώ τα υπομανιακά είναι ηπιότερης μορφής. Οι καταθλιπτικές φάσεις χαρακτηρίζονται από έντονη θλίψη, απώλεια ενδιαφερόντων και αισθήματα απαξίας. Οι μικτές καταστάσεις συνδυάζουν στοιχεία από αμφότερες τις φάσεις, ενώ η κυκλοθυμία παρουσιάζει ηπιότερες διακυμάνσεις της διάθεσης.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση της διπολικής διαταραχής βασίζεται στους σταθεροποιητές διάθεσης:
Η επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου εξαρτάται από τη φάση της διαταραχής, το ιστορικό του ασθενούς και την ανοχή σε παρενέργειες. Η τακτική παρακολούθηση των επιπέδων των φαρμάκων στο αίμα είναι απαραίτητη για την ασφαλή και αποτελεσματική θεραπεία.
Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) είναι μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που επηρεάζει εκατομμύρια παιδιά και ενήλικες παγκοσμίως. Τα κύρια συμπτώματα περιλαμβάνουν δυσκολίες στη συγκέντρωση, υπερκινητικότητα και παρορμητικότητα. Η διάγνωση γίνεται τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες, με βάση συγκεκριμένα κριτήρια που αξιολογούν την ένταση και τη διάρκεια των συμπτωμάτων.
Η ΔΕΠΥ επηρεάζει σημαντικά τη σχολική απόδοση των παιδιών και την εργασιακή απόδοση των ενηλίκων. Τα άτομα με ΔΕΠΥ συχνά αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην οργάνωση, την ολοκλήρωση καθηκόντων και τη διατήρηση της προσοχής σε εργασίες που απαιτούν νοητική προσπάθεια. Η έγκαιρη διάγνωση και κατάλληλη θεραπεία μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την ποιότητα ζωής.
Τα φάρμακα για τη θεραπεία της ΔΕΠΥ διακρίνονται σε δύο κύριες κατηγορίες. Τα διεγερτικά φάρμακα, όπως η Methylphenidate και η Atomoxetine, αποτελούν την πρώτη γραμμή θεραπείας και βελτιώνουν τη συγκέντρωση και μειώνουν την υπερκινητικότητα. Οι μη-διεγερτικές επιλογές προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις για ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στα διεγερτικά ή παρουσιάζουν ανεπιθύμητες ενέργειες.
Στην παιδιατρική χρήση απαιτούνται ειδικές οδηγίες δοσολογίας και στενή παρακολούθηση από ειδικούς. Η θεραπεία πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την ηλικία, το βάρος και την ανταπόκριση του παιδιού.
Όλα τα ψυχοφάρμακα απαιτούν ιατρική συνταγή και τακτική παρακολούθηση από ειδικό γιατρό. Η αυτοθεραπεία μπορεί να είναι επικίνδυνη και αναποτελεσματική. Πριν από την έναρξη οποιασδήποτε φαρμακευτικής αγωγής, είναι απαραίτητο να ενημερώσετε τον ιατρό σας για όλα τα φάρμακα που λαμβάνετε, καθώς μπορεί να υπάρχουν σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται κατά την εγκυμοσύνη και τον θηλασμό. Πολλά ψυχοφάρμακα μπορεί να επηρεάσουν την ανάπτυξη του εμβρύου ή να περάσουν στο μητρικό γάλα. Η διακοπή ή αλλαγή θεραπείας πρέπει να γίνεται πάντα υπό ιατρική επίβλεψη.
Η ψυχοθεραπεία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της θεραπείας ψυχικών διαταραχών και συχνά συνδυάζεται με φαρμακευτική αγωγή για βέλτιστα αποτελέσματα. Παράλληλα, ο τρόπος ζωής παίζει σημαντικό ρόλο στη διαχείριση των συμπτωμάτων:
Επικοινωνήστε άμεσα με τον ιατρό σας αν παρατηρήσετε επιδείνωση των συμπτωμάτων, σκέψεις αυτοκτονίας ή σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργεις από τη φαρμακευτική αγωγή.